Ἀ φ α ν ε ῖ ς π ο ι η τ έ ς
λαμνοκόποι σὲ ὕδατα αναπαλμών ἀχαρτογράφητων,
μπρος στὶς Σειρῆνες τῆς ραστώνης
κλείνοντας μὲ βουλοκέρι τ΄ αὐτιά,
καὶ μὲ καρφιτσωμένη στὸ μουράγιο τὴ ματιά
στοῦ μπλέ τις ξελογιάστρες ἀποχρώσεις,
γαλάζιο, λαζούρι[1], θαλασσὶ
καὶ μπλὲ ρουὰ δίπλα δίπλα μὲ τὸ οὐρανί
νὰ ἐρωτοτροπεῖ.
Αὐτοτιμωρημένοι στ΄ ἄλμπουρο τῆς σερπετάδας[2],
δέσμιοι στὸ ἀντάριασμα τῆς ψυχικῆς τους σοροκάδας[3],
μὲ ἁλάτι καὶ ἁγίασμα ραντίζουνε τὶς λέξεις,
νὰ στήσουν ἀνεμόσκαλα στοῦ ρόμπολου [4]τὴ φυλλωσιά
μὲς στὴ λαλαίουσα ἀηδονοφωλιά
νὰ σιγοψάλουν «Δόξα σοι» καὶ «Βασιλεῦ Οὐράνιε».
Ἔξω ἀπὸ ἕνα φινιστρίνι ξετυλίγεται σιγά σιγά
στὰ βάθια σου, θάλασσα ποίηση, ἡ μαγεία
πότε ἀμορυτίδα τοῦ βυθοῦ,
πότε ἄστρο της τραμουντάνας
ἐνίοτε καὶ λοξοδρόμημα πρὸς νέους γαλαξίες.
Τέχνη τεχνῶν ἀνεξιχνίαστη,
τοῦ φεγγαριοῦ λαμπύρισμα στὸ μέτωπο τῶν ποιητῶν,
ματόκλαδο ἀνύσταχτο ἀμετανόητων ψυχῶν ρομαντικῶν,
μελαγχολικὸ ἀπόβραδο,
ποὺ ἀποτρέπεις τά ναυάγια μὲς στὸ λιμάνι.
Στίχοι καὶ ρίμες ἄφθονοι καί φέτος
στῆς μούσας ποίησης τὰ διεθνῆ γενέθλια,
πλίνθοι καὶ κέραμοι ἐντέχνως ἐρριμμένοι
τιμὴ περιποιοῦν πρωτίστως στοὺς ἀφανεῖς
τῆς γλώσσας σκαπανεῖς,
ὅσοι τῆς δόξας τὸ κυνήγι ἀποκήρυξαν,
μήτε γευτήκαν τὴν πικρόγλυκή της αἴσθηση.
Προτίμησαν κερὶ ν΄ ἀνάψουν στὴν Ἀξία
νὰ διακονήσουνε τὸ πνεῦμα ἀπερίσπαστοι,
νὰ μὴν ἀναλωθοῦν σὲ φθοροποιὰ γρανάζια ἀναγνώρισης,
μὴν εὐτελίζοντας τὸ νέκταρ τῆς καρδιᾶς τους,
μένοντας ἀδόξαστοι δημιουργοὶ διηνεκῶς,
ἀγκυροβολημένοι ὅμως στῆς θείας ἔμπνευσης τὸ φῶς
μὲ μονοφόρι τὴ σεμνότητα τῆς ἀξιοπρεπείας τους.
Ἔτσι κι ἀλλιῶς,
ὅ,τι κι ἂν ἐπιτάσσουν τὰ ἀλλότρια συμφέροντα
ἰσχύει νόμος δριμὺς πνευματικός
ὁ ταπεινῶν ἑαυτὸν ὑψωθήσεται
καὶ πὼς ὁ ἄξιος δημιουργός
καὶ τεθνεὼς[5] ἀκόμη δεδικαίωται.
******************
[1] λαζούρι:ανοιχτό μπλε χρώμα
[2] σερπετάδα: ζωτική ενέργεια, όρεξη για δράση
[3] σοροκάδα: ΝΑ, δυνατός άνεμος
[4] ρόμπολο: δέντρο κωνοφόρο
[5] τεθνεώς: ὁ ἀποθαμένος
*******
17.3.25 πν. δικ. κατοχ.
Εὔα Ἀρβανίτη-Μιχαλοπούλου

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου