Αγαπημένες φίλες και αγαπημένοι φίλοι, με την ευκαιρία της γενέθλιας ημέρας του Μικρασιάτη ποιητή Μενέλαου Λουντέμη (14 Ιανουαρίου 1912), αγαπημένου από τα εφηβικά χρόνια, αφιερώνω στη μνήμη του και μοιράζομαι μαζί σας το νέο μου ποίημα, πρώτο για το 2026.
Το εικαστικό είναι φιλοτεχνημένο από μένα και αποτυπώνει την πρώτη διαφήμιση της Κόκ@ Κόλ@, φυσικά χωρίς εμπορικό σκοπό, απλά και μόνο, επειδή μου είχε κάνει φοβερή εντύπωση τότε.
------------------------------
Δ Ι Π Λ Α Σ Ο Υ , Μ Ε Σ Α Σ Ο Υ, Σ Υ Λ Λ Η Β Δ Η Ν
"Πόνεσε, κλάψε, πεῖνα.
Μόνο μὴν κάνεις τὸν ἄλλον
νὰ πονέσει καὶ νὰ πεινᾶ".
ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΛΟΥΝΤΕΜΗΣ
Στοῦ μάτριξ τὴ σπηλιὰ ἀλυσοδεμένοι
μὲ πλάτη γυρισμένη
στὸ φῶς καὶ τὴ φωτιά
σὲ τοῖχο ὀθόνη βλέπουμε κινούμενες σκιές,
εἴδωλα δονκιχωτικά, πρότυπα ὀργουελικά.
Τὸν ἥλιο δὲν κοιτάξαμε κατάματα.
Ματαιοπονία η ἀλληγορία
στοῦ Πλάτωνα τὴν Πολιτεία
χαρακτηρίζει τὴ ζωή
σπήλαιο φυλακή·
ὅσα ἀντιλαμβανόσαστε
ἄγνοια καὶ ψευδαίσθηση.
Αφύπνιση ζητείται,
πόθος εὐσεβής
στόχος ἀτελεσφόρητος.
Ἀλλοῦ κρυμμένη ἡ οὐσία·
Τσ΄ ἀλήθειας οἱ χειμωνανθοί
ἀνοίγουν πέταλα στὸ φῶς
ἔξω ἀπ' τὸ σύγχρονο κλουβί
πὸὺ ὁ ἄνθρωπος ἀδυνατεὶ ν’ ἀφήσει·
μήπως κι ἐγνώρισε ποτές
ἡλιοφώτιστη ζωή σ' Ανατολή και Δύση;
Ματαιοτήτων ματαιότης
τὰ πάντα τῆς ψυχῆς συρρίκνωσε
μυαλὰ ἐγκλωβισμένα, πουλιὰ σὲ δόκανα πιασμένα,
ἀδυνατοῦν ἀφύπνισης νὰ βάλουν ξυπνητήρι,
ὡσάν ἀμνοερίφια μὲ νόσο εὐλογιᾶς στὸ πνεῦμα
ἐπὶ σφαγὴ ἀγόμενα μοιραῖα
-μακάβριο θέαμα, ζήτημα σκοτεινό και μεῖζον-
miserabile visu!
Σὲ ὧρες περισυλλογῆς
τοῦ χρόνου τὰ αἱμοφόρα ἀγγεῖα διαστέλλονται
αἰφνίδια κι ἀθόρυβα
πὰ σὲ διαίσθησης φτεροῦγες
στέλνει τὸ σύμπαν καθοδήγηση
ὅπως συμβαίνει στοὺς ἁγίους,
χαμπέρι ἀπ‘ τὸ πουθενά
στιχομυθία ἀλαργινή
ἀπὸ ζωὲς παράλληλες.
Δίστομη ἡ ρομφαία της ψυχῆς
διαρρηγνύει παραβὰν ἄγνωστης πύλης
ἀπὸ ἄλλα μήκη κύματος καὶ γαλαξίες φωτερούς
μήνυμα μὲ ἀνάγνωση τριπλῆ
πληροφορία ἔρχεται
σκέψη αστραπή στοῦ νού το φωτιζόμενο καντράν
πού με προτρέπει:
«Προσοχή, μὴν ξεχάσεις τὸν ἄνθρωπο!».
Χαστούκι, οἰμωγή, ὅπλου κλαγγή,
κραυγῆς καθήλωση
στῆς ἄνεσης τὴν κρύα βόλεψη,
στοῦ ἀτομικισμοῦ τὸν φαῦλο καναπέ.
-Ποιόν ἄνθρωπο, ρωτάω;
Ἐκεῖνον, δίπλα σου.
Μὴν τὸν ὑποτιμᾶς, μὴν προσπερνᾶς.
Ἀρνήσου τὸ καθρέφτισμα τοῦ εἰδώλου σου,
στὴ λίμνη τῆς ἀπώλειάς σου, Νάρκισσε.
Δῶσε δυὸ δράμια προσευχὴ
καὶ τρία γρόσια προσοχή
στὸν διπλανὸ·
εναγώνια στό δρᾶμα του
ζητᾶ ἕν΄ ἀρωγό.
Μὲ λάβδανου λιβάνι ἐπούλωσης
θύμιασε τὴν πληγή του,
τὰ τραύματα διαμπερῆ
σ΄ ἐρείπια αἱμοσταγῆ
στὸν κόσμο ὁλοῦθε.
Πονᾶ, ὅσο κι ἐσύ
Ζητᾶ ὅ,τι κι ἐσύ.
Εἶναι ὁ πλησίον σου
καὶ σὺ ‘σαι ἡ Ἀγάπη.
Ξαναρωτῶ:
-Ποιόν ἄνθρωπο;
Ἐκεῖνον μέσα σου
στῆς πλάνης τόν χαλκά ἀλυσοδέσμιο,
ἕρμαιο χειραγώγησης αἰώνων
στὴν κίβδηλη φενάκη τῶν αἰσθήσεων.
Τρίτη φορὰ καὶ τέλος ρώτησα:
Ποιόν ἄνθρωπο;
-Τὸν ἄνθρωπο συλλήβδην.
Εἶδος πρὸς ἐξαφάνιση
ἀπὸ ραγδαῖα ἐπέλαση,
χρήση ἀδιάκριτη κι ἀσύστολη
τῆς τεχνητῆς νοημοσύνης.
Εὔστροφα ἀντιστάσου,
ἕξυπνα ἀνταγωνίσου τὸν ἄψυχο ἀντίδικο,
ἀρχαία ψυχή, αν θες νὰ ἐπιβιώσεις.
Ἀνώτερη εἶσαι.
Δημιούργησε κάλλος
καὶ μὴν καταδεχτεῖς
κοινὴ συναινέσει νὰ θυματοποιηθείς,
νὰ ἐξουδετερωθεῖς.
Θέλει ἀπὸ σένα
ΕΣΕΝΑ,
ἐκεῖνο ποὺ ποτέ δὲν θ΄ ἀποκτήσει τὸ ρομπότ.
Τελεῖ ὑπὸ ἀπειλὴ ἡ ἀνθρώπινη διάνοια.
Στὸ κώνειο κάθε δήμιου
μὴ χαραμίσεις τὴ ζωή.
Ἀγκάλιασε τόν δυστυχῆ,
μὲ σπλάχνα οἰκτιρμῶν
τὰ πρόσωπα τῶν ἀδελφῶν·
μικροὶ «θεοὶ ἐσμέν»,
κάπου τὸ γράφει κι ἡ Γραφή.
Ἀπὸ Παράλληλα Σύμπαντα ἔντονη ρέει
ἡ ἐπονομαζόμενη "πλάσμα" ἐνέργεια,
ψίθυροι ἐσωτερικῆς πλοήγησης,
πληροφορίες ἑαυτοῦ ἀνώτερου,
φύλακα ἄγγελου νουθέτημα,
ὀπως καὶ νάχει ὅλα συγκλίνουν
μὲ τὴν ἐνδόμυχη, ἐσώτερη φωνή,
κατὰ Σωκράτην τὸ «δαιμόνιο».
Ὁρμήνευε σεμνὰ καὶ ταπεινά
νά τό ἀφουγκραζόμαστε.
Δέσμιε ὅμηρε,
μέχρι τὴν ἅλυσο ν’ ἀποτινάξεις
καὶ τὶς καδένες τῆς σκλαβιᾶς νὰ σπάσεις
προσοχή, μὴν λησμονὰς τὸν Ἄνθρωπο
Αὐτόν
Δίπλα σου
Μέσα σου
Συλλήβδην.
Μόνη ἐλπίδα λύτρωσης ἡ δύναμη ἡ συνεκτική,
ὅταν γεμίζει τὰ κενὰ στοῦ κύτταρού σου τὴ δομή
θεῖος αἰθέρας, ποὺ ὁ Χριστὸς τὸν ἔχρισε ΑΓΑΠΗ.
14.1.26
@ Εύα Αρβανίτη-Μιχαλοπούλου
________________________________________
Λ ε ξ ι λ ο γ ι κ ά
συλλήβδην: γενικά
ἀτελεσφόρητος: μη ἀποτελεσματικός
λάβδανο: τὸ θεραπευτικὸ φυτὸ λαδανιά,
ἐπουλωτικὸ πληγῶν πού γίνεται καὶ λιβάνι.
μάτριξ: εἰκονικὴ πραγματικότητα, προσομείωση
φενάκη: ἀπάτη
κίβδηλος: ψεύτικος
miserabile visu: λατινική φράση ποὺ σημαίνει «φοβερὸ νὰ τὸ βλέπεις».



